Μοναξιά, Κώστας Καρυωτάκης



Μεσάνυχτα, και λείπετε, αδερφούλες μου.
Σαλεύει θλιβερό το κυπαρίσσι.
Τις κάμαρες θ’ ανοίξω που στοιχειώσανε,
τ’ αγέρι κι η νυχτιά ναν τις γιομίσει.                                                 
 Άνε με πάρει ο ύπνος, μέσα στ’ όνειρο
θα ’ρθει κάποια από σας να με ξυπνήσει.

Πού πήγατε, αδερφούλες μου, κι απόμεινα
μονάχη μες στο σπίτι μας και ξένη; 
Στην άρπα, που ενοστάλγησε τα δάχτυλα, 
η αράχνη τον καημό μου τον υφαίνει.
Τα χέρια μου, όπως δένω κι όπως θλίβομαι, 
με βλέπει αντίκρυ ο σκύλος και σωπαίνει.

Τί να ’φταιξα και ασπρίζουν στο τρισκόταδο,
 σαν τάφοι, τ’ αδειανά σας τα κρεβάτια;
Ποτέ του γυρισμού το γλυκοτράγουδο,
ποτέ δε θαν το πουν τα σκαλοπάτια;
Πώς ξεχειλά σε δάκρυον, αδερφούλες μου,
 η αγάπη στα μεγάλα μου τα μάτια!

Σχόλια